ξέφρενος
•
- ορμητικός, πολύ γρήγορος, ασταμάτητος, χωρίς λογική, πολύ ενστικτώδης Βικιλεξικό
- ξέφρενο κυνηγητό, ξέφρενη άνοδος του χρηματιστηρίου, η ξέφρενη πορεία του ΙΧ, ξέφρενο πάρτι, ξέφρενο γλέντι, ξέφρενος δανεισμός, ξέφρενος χορός
Ετυμολογία
ξέφρενος < ξε- (στερητικό) + φρένες ή από τη φράση έξω φρενών (γενική πληθυντικού της λέξης φρήν αλλά και μετοχή του φρενόω, συνετίζω). Πολλοί χρησιμοποιουν τη λέξη με την έννοια του ασταμάτητου και αισθάνονται ότι η ετυμολογία είναι από το φρένο που ομως αποτελεί πολύ νεότερη λέξη
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφρενος | ξέφρενη | ξέφρενο |
| Γενική | ξέφρενου | ξέφρενης | ξέφρενου |
| Αιτιατική | ξέφρενο | ξέφρενη | ξέφρενο |
| Κλητική | ξέφρενε | ξέφρενη | ξέφρενο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφρενοι | ξέφρενες | ξέφρενα |
| Γενική | ξέφρενων | ξέφρενων | ξέφρενων |
| Αιτιατική | ξέφρενους | ξέφρενες | ξέφρενα |
| Κλητική | ξέφρενοι | ξέφρενες | ξέφρενα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →