Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέφτισμα

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. η διαδικασία του να διαλύεις τις ίνες ενός υφάσματος Βικιλεξικό
  2. το αποτέλεσμα του ρήματος ξεφτίζω σε ένα ύφασμα Βικιλεξικό
  3. κατ’ επέκτασηη φθορά ιδεών, αξιών Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξέφτισμα < ξεφτίζω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξέφτισμαξεφτίσματα
Γενικήξεφτίσματοςξεφτισμάτων
Αιτιατικήξέφτισμαξεφτίσματα
Κλητικήξέφτισμαξεφτίσματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →