ξέφτισμα
•
- η διαδικασία του να διαλύεις τις ίνες ενός υφάσματος Βικιλεξικό
- το αποτέλεσμα του ρήματος ξεφτίζω σε ένα ύφασμα Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηη φθορά ιδεών, αξιών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξέφτισμα < ξεφτίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφτισμα | ξεφτίσματα |
| Γενική | ξεφτίσματος | ξεφτισμάτων |
| Αιτιατική | ξέφτισμα | ξεφτίσματα |
| Κλητική | ξέφτισμα | ξεφτίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →