ξέφυλλος
•
- που δεν του έχουν μείνει άλλα φύλλα Βικιλεξικό
- ξέφυλλο δέντρο
Ετυμολογία
ξέφυλλος < ξέ- + -φυλλος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφυλλος | ξέφυλλη | ξέφυλλο |
| Γενική | ξέφυλλου | ξέφυλλης | ξέφυλλου |
| Αιτιατική | ξέφυλλο | ξέφυλλη | ξέφυλλο |
| Κλητική | ξέφυλλε | ξέφυλλη | ξέφυλλο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέφυλλοι | ξέφυλλες | ξέφυλλα |
| Γενική | ξέφυλλων | ξέφυλλων | ξέφυλλων |
| Αιτιατική | ξέφυλλους | ξέφυλλες | ξέφυλλα |
| Κλητική | ξέφυλλοι | ξέφυλλες | ξέφυλλα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →