ξέχεσμα
•
- προφορικόκατσάδιασμα, βρίσιμο Βικιλεξικό
- του έριξα κι εγώ ένα ξέχεσμα για την άσχημη συμπεριφορά του
Ετυμολογία
ξέχεσμα < ξεχέζω, ξε-χεσ- + -μα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξέχεσμα | ξεχέσματα |
| Γενική | ξεχέσματος | ξεχεσμάτων |
| Αιτιατική | ξέχεσμα | ξεχέσματα |
| Κλητική | ξέχεσμα | ξεχέσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →