Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξέχωρα

επίρρημα
•
  1. χώρια, εκτός από, ανεξάρτητα Βικιλεξικό
    • ξέχωρα από το αποτέλεσμα, σημασία έχει η προσπάθεια
  2. χώρια, ξεχωριστά Βικιλεξικό
    • Αντιλαμβανόταν πλήρως πως σ' ένα θάλαμο τριάντα ατόμων η μοναδική εφημερίδα δε γινόταν να διαβαστεί από τον καθένα ξέχωρα. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)

Ετυμολογία

ξέχωρα < → λείπει η ετυμολογία

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →