ξέχωρα
•
- χώρια, εκτός από, ανεξάρτητα Βικιλεξικό
- ξέχωρα από το αποτέλεσμα, σημασία έχει η προσπάθεια
- χώρια, ξεχωριστά Βικιλεξικό
- Αντιλαμβανόταν πλήρως πως σ' ένα θάλαμο τριάντα ατόμων η μοναδική εφημερίδα δε γινόταν να διαβαστεί από τον καθένα ξέχωρα. (Μάριος Χάκκας, Το σινεμά)
Ετυμολογία
ξέχωρα < → λείπει η ετυμολογία
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →