ξίγκι
•
- λίπος κάτω από το δέρμα ζώων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξίγκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξύγκι(ν) με ορθογραφική απλοποίηση του ύψιλον σε γιώτα < ὀξύγκιν με συμπροφορά με το άρθρο και ανασυλλαβισμό to-oksi > toksi > to-ksi < ελληνιστική κοινή ὀξύγγιον, υποκοριστικό του ἀξουγγία < λατινική axungia < axis + ungo
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξίγκι | ξίγκια |
| Γενική | ξιγκιού | ξιγκιών |
| Αιτιατική | ξίγκι | ξίγκια |
| Κλητική | ξίγκι | ξίγκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →