Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξίγκι

/ˈksiŋ.ɟi/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. λίπος κάτω από το δέρμα ζώων Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξίγκι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξύγκι(ν) με ορθογραφική απλοποίηση του ύψιλον σε γιώτα < ὀξύγκιν με συμπροφορά με το άρθρο και ανασυλλαβισμό to-oksi > toksi > to-ksi < ελληνιστική κοινή ὀξύγγιον, υποκοριστικό του ἀξουγγία < λατινική axungia < axis + ungo

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξίγκιξίγκια
Γενικήξιγκιούξιγκιών
Αιτιατικήξίγκιξίγκια
Κλητικήξίγκιξίγκια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →