Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξίκικος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που του λείπει ένα μέρος του κανονικού βάρους Βικιλεξικό
    • Πρέπει να ξέρεις, αφεντικό, πως η Σλάβα δεν είναι σαν και τούτες τις φτενές συφεροντολόγες Ρωμιές, που σου πουλούν τον έρωτα με το δράμι και κάνουν ό,τι μπορούν για να σου το πασάρουν ξίκικο, να σε γελάσουν στο ζύγι (⌘ Νίκος Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, [μυθιστόρημα], 1946)

Ετυμολογία

ξίκικος < (άμεσο δάνειο) τουρκική eksik

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξίκικοςξίκικηξίκικο
Γενικήξίκικουξίκικηςξίκικου
Αιτιατικήξίκικοξίκικηξίκικο
Κλητικήξίκικεξίκικηξίκικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξίκικοιξίκικεςξίκικα
Γενικήξίκικωνξίκικωνξίκικων
Αιτιατικήξίκικουςξίκικεςξίκικα
Κλητικήξίκικοιξίκικεςξίκικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →