ξίνισμα
•
- η αλλοίωση του τροφίμου ή του ποτού, π.χ. του γάλακτος Βικιλεξικό
- οικείοη δυσαρέσκεια ενός ατόμου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξίνισμα < ξινίζω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξίνισμα | ξινίσματα |
| Γενική | ξινίσματος | ξινισμάτων |
| Αιτιατική | ξίνισμα | ξινίσματα |
| Κλητική | ξίνισμα | ξινίσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →