ξαγκιστρώνω
•
- αφαιρώ κάτι από το αγκίστρι, απαγκιστρώνω Βικιλεξικό
- ξαγκιστρώνω το ψάρι / το σκουλήκι
- ανασύρω την άγκυρα από το βυθό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαγκιστρώνω < ξε ακυρωτικό και αγκιστρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαγκιστρώνω | ξαγκιστρώνεις | ξαγκιστρώνει | ξαγκιστρώνουμε | ξαγκιστρώνετε | ξαγκιστρώνουν / ξαγκιστρώνουνε |
| Παρατατικός | ξαγκίστρωνα | ξαγκίστρωνες | ξαγκίστρωνε | ξαγκιστρώναμε | ξαγκιστρώνατε | ξαγκίστρωναν / ξαγκιστρώναν / ξαγκιστρώνανε |
| Αόριστος | ξαγκίστρωσα | ξαγκίστρωσες | ξαγκίστρωσε | ξαγκιστρώσαμε | ξαγκιστρώσατε | ξαγκίστρωσαν / ξαγκιστρώσαν / ξαγκιστρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαγκιστρώνω / θα ξαγκιστρώσω | θα ξαγκιστρώνεις / θα ξαγκιστρώσεις | θα ξαγκιστρώνει / θα ξαγκιστρώσει | θα ξαγκιστρώνουμε / θα ξαγκιστρώσουμε | θα ξαγκιστρώνετε / θα ξαγκιστρώσετε | θα ξαγκιστρώνουν / θα ξαγκιστρώνουνε / θα ξαγκιστρώσουν / θα ξαγκιστρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαγκιστρώσει | έχεις ξαγκιστρώσει | έχει ξαγκιστρώσει | έχουμε ξαγκιστρώσει | έχετε ξαγκιστρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαγκιστρώσει | είχες ξαγκιστρώσει | είχε ξαγκιστρώσει | είχαμε ξαγκιστρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαγκιστρώσει / να ξαγκιστρώνω / να ξαγκιστρώσω | να έχεις ξαγκιστρώσει / να ξαγκιστρώνεις / να ξαγκιστρώσεις | να έχει ξαγκιστρώσει / να ξαγκιστρώνει / να ξαγκιστρώσει | να έχουμε ξαγκιστρώσει / να ξαγκιστρώνουμε / να ξαγκιστρώσουμε | να έχετε ξαγκιστρώσει / να ξαγκιστρώνετε / να ξαγκιστρώσετε | να ξαγκιστρώνουν / να ξαγκιστρώνουνε / να ξαγκιστρώσουν / να ξαγκιστρώσουνε |
| Προστακτική | — | ξαγκίστρωνε / ξαγκίστρωσε | — | — | ξαγκιστρώνετε / ξαγκιστρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →