ξαγορεύω
•
- ιδιωματικόεξομολογώ και εξομολογούμαι Βικιλεξικό
- βολιδοσκοπώ, προσπαθώ να εξιχνιάσω τους σκοπούς και τις σκέψεις κάποιου Βικιλεξικό
- νουθετώ, συμβουλεύω κάποιον για το πως να πράξει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαγορεύω < μεσαιωνική ελληνική ἐξαγορεύω (εξομολογώ-εξομολογούμαι)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαγορεύω | ξαγορεύεις | ξαγορεύει | ξαγορεύουμε | ξαγορεύετε | ξαγορεύουν / ξαγορεύουνε |
| Παρατατικός | ξαγόρευα | ξαγόρευες | ξαγόρευε | ξαγορεύαμε | ξαγορεύατε | ξαγορεύαν / ξαγορεύανε / ξαγόρευαν |
| Αόριστος | ξαγόρεψα | ξαγόρεψες | ξαγόρεψε | ξαγορέψαμε | ξαγορέψατε | ξαγορέψαν / ξαγορέψανε / ξαγόρεψαν |
| Μέλλοντας | θα ξαγορέψω / θα ξαγορεύω | θα ξαγορέψεις / θα ξαγορεύεις | θα ξαγορέψει / θα ξαγορεύει | θα ξαγορέψουμε / θα ξαγορεύουμε | θα ξαγορέψετε / θα ξαγορεύετε | θα ξαγορέψουν / θα ξαγορέψουνε / θα ξαγορεύουν / θα ξαγορεύουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαγορέψει | έχεις ξαγορέψει | έχει ξαγορέψει | έχουμε ξαγορέψει | έχετε ξαγορέψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαγορέψει | είχες ξαγορέψει | είχε ξαγορέψει | είχαμε ξαγορέψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαγορέψει / να ξαγορέψω / να ξαγορεύω | να έχεις ξαγορέψει / να ξαγορέψεις / να ξαγορεύεις | να έχει ξαγορέψει / να ξαγορέψει / να ξαγορεύει | να έχουμε ξαγορέψει / να ξαγορέψουμε / να ξαγορεύουμε | να έχετε ξαγορέψει / να ξαγορέψετε / να ξαγορεύετε | να ξαγορέψουν / να ξαγορέψουνε / να ξαγορεύουν / να ξαγορεύουνε |
| Προστακτική | — | ξαγόρευε / ξαγόρεψε | — | — | ξαγορέψτε / ξαγορεύετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →