ξαγρυπνισμένος
•
- που δεν κοιμήθηκε καθόλου τη νύχτα Βικιλεξικό
- Σέρνομαι σήμερα γιατί έκλαιγε το μωρό κι έμεινα ξαγρυπνισμένος
Ετυμολογία
ξαγρυπνισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος ξαγρυπνώ
Άλλοι τύποι
ξαγρυπνισμέναξαγρυπνισμένεξαγρυπνισμένεςξαγρυπνισμένηξαγρυπνισμένηςξαγρυπνισμένοξαγρυπνισμένοιξαγρυπνισμένοςξαγρυπνισμένουξαγρυπνισμένουςξαγρυπνισμένων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →