ξαδερφούλης
•
- μικρός σε ηλικία ξάδερφος Βικιλεξικό
- τρυφερή ή ειρωνική έκφραση για τον εξάδελφο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαδερφούλης < ξάδερφ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξαδερφούλης | ξαδερφούληδες |
| Γενική | ξαδερφούλη | ξαδερφούληδων |
| Αιτιατική | ξαδερφούλη | ξαδερφούληδες |
| Κλητική | ξαδερφούλη | ξαδερφούληδες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →