ξαλέθω
•
- τελειώνω το άλεσμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαλέθω < μεσαιωνική ελληνική ξε + ἀλέθω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαλέθω | ξαλέθεις | ξαλέθει | ξαλέθουμε | ξαλέθετε | ξαλέθουν / ξαλέθουνε |
| Παρατατικός | ξάλεθα | ξάλεθες | ξάλεθε | ξαλέθαμε | ξαλέθατε | ξάλεθαν / ξαλέθαν / ξαλέθανε |
| Αόριστος | ξάλεσα | ξάλεσες | ξάλεσε | ξαλέσαμε | ξαλέσατε | ξάλεσαν / ξαλέσαν / ξαλέσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαλέθω / θα ξαλέσω | θα ξαλέθεις / θα ξαλέσεις | θα ξαλέθει / θα ξαλέσει | θα ξαλέθουμε / θα ξαλέσουμε | θα ξαλέθετε / θα ξαλέσετε | θα ξαλέθουν / θα ξαλέθουνε / θα ξαλέσουν / θα ξαλέσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαλέσει | έχεις ξαλέσει | έχει ξαλέσει | έχουμε ξαλέσει | έχετε ξαλέσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαλέσει | είχες ξαλέσει | είχε ξαλέσει | είχαμε ξαλέσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαλέσει / να ξαλέθω / να ξαλέσω | να έχεις ξαλέσει / να ξαλέθεις / να ξαλέσεις | να έχει ξαλέσει / να ξαλέθει / να ξαλέσει | να έχουμε ξαλέσει / να ξαλέθουμε / να ξαλέσουμε | να έχετε ξαλέσει / να ξαλέθετε / να ξαλέσετε | να ξαλέθουν / να ξαλέθουνε / να ξαλέσουν / να ξαλέσουνε |
| Προστακτική | — | ξάλεθε / ξάλεσε | — | — | ξαλέθετε / ξαλέστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →