ξαλαφρώνω
•
- μεταβατικόαπαλλάσσω κάποιον από ένα βάρος που κουβαλάει Βικιλεξικό
- του πήρε τη μια από τις δυο βαλίτσες που κουβαλούσε για να τον ξαλαφρώσει κάπως
- αμετάβατοαπαλλάσσομαι από ένα βάρος στο πεπτικό σύστημα Βικιλεξικό
- είχα δυσκοιλιότητα για δυο μέρες, αλλά τώρα ξαλάφρωσα
- αμετάβατοαπαλλάσσομαι από κάτι που με βαραίνει ψυχολογικά, ανακουφίζομαι Βικιλεξικό
- ουφ, τα είπα και ξαλάφρωσα
Ετυμολογία
ξαλαφρώνω < ξε- + ελαφρύς/αλαφρύς + -ώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαλαφρώνω | ξαλαφρώνεις | ξαλαφρώνει | ξαλαφρώνουμε | ξαλαφρώνετε | ξαλαφρώνουν / ξαλαφρώνουνε |
| Παρατατικός | ξαλάφρωνα | ξαλάφρωνες | ξαλάφρωνε | ξαλαφρώναμε | ξαλαφρώνατε | ξαλάφρωναν / ξαλαφρώναν / ξαλαφρώνανε |
| Αόριστος | ξαλάφρωσα | ξαλάφρωσες | ξαλάφρωσε | ξαλαφρώσαμε | ξαλαφρώσατε | ξαλάφρωσαν / ξαλαφρώσαν / ξαλαφρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαλαφρώνω / θα ξαλαφρώσω | θα ξαλαφρώνεις / θα ξαλαφρώσεις | θα ξαλαφρώνει / θα ξαλαφρώσει | θα ξαλαφρώνουμε / θα ξαλαφρώσουμε | θα ξαλαφρώνετε / θα ξαλαφρώσετε | θα ξαλαφρώνουν / θα ξαλαφρώνουνε / θα ξαλαφρώσουν / θα ξαλαφρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαλαφρώσει | έχεις ξαλαφρώσει | έχει ξαλαφρώσει | έχουμε ξαλαφρώσει | έχετε ξαλαφρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαλαφρώσει | είχες ξαλαφρώσει | είχε ξαλαφρώσει | είχαμε ξαλαφρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαλαφρώσει / να ξαλαφρώνω / να ξαλαφρώσω | να έχεις ξαλαφρώσει / να ξαλαφρώνεις / να ξαλαφρώσεις | να έχει ξαλαφρώσει / να ξαλαφρώνει / να ξαλαφρώσει | να έχουμε ξαλαφρώσει / να ξαλαφρώνουμε / να ξαλαφρώσουμε | να έχετε ξαλαφρώσει / να ξαλαφρώνετε / να ξαλαφρώσετε | να ξαλαφρώνουν / να ξαλαφρώνουνε / να ξαλαφρώσουν / να ξαλαφρώσουνε |
| Προστακτική | — | ξαλάφρωνε / ξαλάφρωσε | — | — | ξαλαφρώνετε / ξαλαφρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →