ξανάσασμα
•
- η εκ νέου αναπνοή Βικιλεξικό
- η ανακούφιση, το ξαλάφρωμα, η ξεκούραση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανάσασμα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξανάσασμα | ξανασάσματα |
| Γενική | ξανασάσματος | ξανασασμάτων |
| Αιτιατική | ξανάσασμα | ξανασάσματα |
| Κλητική | ξανάσασμα | ξανασάσματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →