Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανάστροφη

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. χτύπημα με την εξωτερική πλευρά της παλάμης στο πρόσωπο κάποιου Βικιλεξικό
    • ̓́Αφησα τή Ρένα στο σπίτι καί ἦρθα να φιλήσω τή γερόντισσά μου ! (Κάνει νά τήν ἀγκαλιάσει καί νά τή φιλήσει.) ΘΑΛΕΙΑ: Τό « γερόντισσα » κομμένη, μή σοῦ ἀστράψω καμιά ξανάστροφη ! ( Τόν κοιτᾶ μέ καμάρι ἀλλάζοντας ὕφος ) (Κώστας Πρετεντέρης, Θεατρικά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι .Δ. Κολλάρου, 1998, σελ. 95)
  2. ανάποδη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξανάστροφη < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήξανάστροφηξανάστροφες
Γενικήξανάστροφηςξανάστροφων
Αιτιατικήξανάστροφηξανάστροφες
Κλητικήξανάστροφηξανάστροφες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →