ξαναβλέπω
•
- κοιτάζω κάτι για δεύτερη φορά, εκ νέου Βικιλεξικό
- συναντώ κάποιον ξανά Βικιλεξικό
- τον ξαναείδα τις προάλλες, να έβλεπες πώς έχει αλλάξει!
Ετυμολογία
ξαναβλέπω < ξανά + βλέπω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναβλέπω | ξαναβλέπεις | ξαναβλέπει | ξαναβλέπουμε | ξαναβλέπετε | ξαναβλέπουν / ξαναβλέπουνε |
| Παρατατικός | ξαναέβλεπα | ξαναέβλεπες | ξαναέβλεπε | ξαναβλέπαμε | ξαναβλέπατε | ξαναέβλεπαν / ξαναβλέπαν / ξαναβλέπανε |
| Αόριστος | ξαναείδα | ξαναείδες | ξαναείδε | ξαναείδαμε | ξαναείδατε | ξαναείδαν / ξαναείδανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναβλέπω / θα ξαναδώ | θα ξαναβλέπεις / θα ξαναδείς | θα ξαναβλέπει / θα ξαναδεί | θα ξαναβλέπουμε / θα ξαναδούμε | θα ξαναβλέπετε / θα ξαναδείτε | θα ξαναβλέπουν / θα ξαναβλέπουνε / θα ξαναδούν / θα ξαναδούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναδεί | έχεις ξαναδεί | έχει ξαναδεί | έχουμε ξαναδεί | έχετε ξαναδεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναδεί | είχες ξαναδεί | είχε ξαναδεί | είχαμε ξαναδεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναδεί / να ξαναβλέπω / να ξαναδώ | να έχεις ξαναδεί / να ξαναβλέπεις / να ξαναδείς | να έχει ξαναδεί / να ξαναβλέπει / να ξαναδεί | να έχουμε ξαναδεί / να ξαναβλέπουμε / να ξαναδούμε | να έχετε ξαναδεί / να ξαναβλέπετε / να ξαναδείτε | να ξαναβλέπουν / να ξαναβλέπουνε / να ξαναδούν / να ξαναδούνε |
| Προστακτική | — | ξαναβλέπε / ξαναδές | — | — | ξαναβλέπετε / ξαναδείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →