ξαναγεμίζω
•
- γεμίζω ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναγεμίζω < μεσαιωνική ελληνική ξαναγεμίζω < ξανά + γεμίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναγεμίζω | ξαναγεμίζεις | ξαναγεμίζει | ξαναγεμίζουμε | ξαναγεμίζετε | ξαναγεμίζουν / ξαναγεμίζουνε |
| Παρατατικός | ξαναγέμιζα | ξαναγέμιζες | ξαναγέμιζε | ξαναγεμίζαμε | ξαναγεμίζατε | ξαναγέμιζαν / ξαναγεμίζαν / ξαναγεμίζανε |
| Αόριστος | ξαναγέμισα | ξαναγέμισες | ξαναγέμισε | ξαναγεμίσαμε | ξαναγεμίσατε | ξαναγέμισαν / ξαναγεμίσαν / ξαναγεμίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναγεμίζω / θα ξαναγεμίσω | θα ξαναγεμίζεις / θα ξαναγεμίσεις | θα ξαναγεμίζει / θα ξαναγεμίσει | θα ξαναγεμίζουμε / θα ξαναγεμίσουμε | θα ξαναγεμίζετε / θα ξαναγεμίσετε | θα ξαναγεμίζουν / θα ξαναγεμίζουνε / θα ξαναγεμίσουν / θα ξαναγεμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναγεμίσει | έχεις ξαναγεμίσει | έχει ξαναγεμίσει | έχουμε ξαναγεμίσει | έχετε ξαναγεμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναγεμίσει | είχες ξαναγεμίσει | είχε ξαναγεμίσει | είχαμε ξαναγεμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναγεμίσει / να ξαναγεμίζω / να ξαναγεμίσω | να έχεις ξαναγεμίσει / να ξαναγεμίζεις / να ξαναγεμίσεις | να έχει ξαναγεμίσει / να ξαναγεμίζει / να ξαναγεμίσει | να έχουμε ξαναγεμίσει / να ξαναγεμίζουμε / να ξαναγεμίσουμε | να έχετε ξαναγεμίσει / να ξαναγεμίζετε / να ξαναγεμίσετε | να ξαναγεμίζουν / να ξαναγεμίζουνε / να ξαναγεμίσουν / να ξαναγεμίσουνε |
| Προστακτική | — | ξαναγέμιζε / ξαναγέμισε | — | — | ξαναγεμίζετε / ξαναγεμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →