ξαναγυρίζω
•
- γυρίζω πίσω Βικιλεξικό
- Κίνησε να φύγει, μα ξαναγύρισε. (Νίκος Καββαδίας, Βάρδια)
- γυρίζω ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναγυρίζω < ξανά + γυρίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναγυρίζω | ξαναγυρίζεις | ξαναγυρίζει | ξαναγυρίζουμε | ξαναγυρίζετε | ξαναγυρίζουν / ξαναγυρίζουνε |
| Παρατατικός | ξαναγύριζα | ξαναγύριζες | ξαναγύριζε | ξαναγυρίζαμε | ξαναγυρίζατε | ξαναγυρίζαν / ξαναγυρίζανε / ξαναγύριζαν |
| Αόριστος | ξαναγύρισα | ξαναγύρισες | ξαναγύρισε | ξαναγυρίσαμε | ξαναγυρίσατε | ξαναγυρίσαν / ξαναγυρίσανε / ξαναγύρισαν |
| Μέλλοντας | θα ξαναγυρίζω / θα ξαναγυρίσω | θα ξαναγυρίζεις / θα ξαναγυρίσεις | θα ξαναγυρίζει / θα ξαναγυρίσει | θα ξαναγυρίζουμε / θα ξαναγυρίσουμε | θα ξαναγυρίζετε / θα ξαναγυρίσετε | θα ξαναγυρίζουν / θα ξαναγυρίζουνε / θα ξαναγυρίσουν / θα ξαναγυρίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναγυρίσει | έχεις ξαναγυρίσει | έχει ξαναγυρίσει | έχουμε ξαναγυρίσει | έχετε ξαναγυρίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναγυρίσει | είχες ξαναγυρίσει | είχε ξαναγυρίσει | είχαμε ξαναγυρίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναγυρίσει / να ξαναγυρίζω / να ξαναγυρίσω | να έχεις ξαναγυρίσει / να ξαναγυρίζεις / να ξαναγυρίσεις | να έχει ξαναγυρίσει / να ξαναγυρίζει / να ξαναγυρίσει | να έχουμε ξαναγυρίσει / να ξαναγυρίζουμε / να ξαναγυρίσουμε | να έχετε ξαναγυρίσει / να ξαναγυρίζετε / να ξαναγυρίσετε | να ξαναγυρίζουν / να ξαναγυρίζουνε / να ξαναγυρίσουν / να ξαναγυρίσουνε |
| Προστακτική | — | ξαναγύριζε / ξαναγύρισε | — | — | ξαναγυρίζετε / ξαναγυρίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →