Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανακλειδώνω

ρήμα
•
  1. κλειδώνω πάλι, ξανά Βικιλεξικό
    • Βλέπεις, για τη γιορτή σου σ' ανοίγω την ψυχή μου και σε φιλώ και ξανακλειδώνω (Γιώργος Σεφέρης, ανέκδοτες επιστολές)

Ετυμολογία

ξανακλειδώνω < ξανα- + κλειδώνω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →