ξανακλειδώνω
•
- κλειδώνω πάλι, ξανά Βικιλεξικό
- Βλέπεις, για τη γιορτή σου σ' ανοίγω την ψυχή μου και σε φιλώ και ξανακλειδώνω (Γιώργος Σεφέρης, ανέκδοτες επιστολές)
Ετυμολογία
ξανακλειδώνω < ξανα- + κλειδώνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →