ξανακυλώ
•
- κυλάω ξανά ένα αντικείμενο Βικιλεξικό
- Μπορείς να ξανακυλήσεις το μπαλάκι προς το μέρος μου;
- αρρωσταίνω πάλι Βικιλεξικό
- Πήγα στη δουλειά με δέκατα και ξανακύλησα
- υποτροπιάζει ένα παλιότερο πρόβλημά μου (εθισμός κ.α.) Βικιλεξικό
- Το παιδί τους δυστυχώς ξανακύλησε στα ναρκωτικά
Ετυμολογία
ξανακυλώ < ξανά + κυλώ
Άλλοι τύποι
ξανακυλάω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →