ξαναλέω
•
- ξαναλέγω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναλέω < ξανά + λέω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναλέω | ξαναλές | ξαναλέει | ξαναλέμε | ξαναλέτε | ξαναλένε |
| Παρατατικός | ξαναέλεγα | ξαναέλεγες | ξαναέλεγε | ξαναλέγαμε | ξαναλέγατε | ξαναέλεγαν / ξαναλέγανε |
| Αόριστος | ξαναείπα | ξαναείπες | ξαναείπε | ξαναείπαμε | ξαναείπατε | ξαναείπαν / ξαναείπανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναλέω / θα ξαναπώ | θα ξαναλές / θα ξαναπείς | θα ξαναλέει / θα ξαναπεί | θα ξαναλέμε / θα ξαναπούμε | θα ξαναλέτε / θα ξαναπείτε | θα ξαναλένε / θα ξαναπούν / θα ξαναπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναπεί | έχεις ξαναπεί | έχει ξαναπεί | έχουμε ξαναπεί | έχετε ξαναπεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναπεί | είχες ξαναπεί | είχε ξαναπεί | είχαμε ξαναπεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναπεί / να ξαναλέω / να ξαναπώ | να έχεις ξαναπεί / να ξαναλές / να ξαναπείς | να έχει ξαναπεί / να ξαναλέει / να ξαναπεί | να έχουμε ξαναπεί / να ξαναλέμε / να ξαναπούμε | να έχετε ξαναπεί / να ξαναλέτε / να ξαναπείτε | να ξαναλένε / να ξαναπούν / να ξαναπούνε |
| Προστακτική | — | ξαναλέγε / ξαναπές | — | — | ξαναλέγετε / ξαναπέστε / ξαναπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →