ξαναλογαριάζω
•
- επαναλαμβάνω τους λογαριασμούς Βικιλεξικό
- αναλογίζομαι, ξανασκέφτομαι κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναλογαριάζω < ξανά + λογαριάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναλογαριάζω | ξαναλογαριάζεις | ξαναλογαριάζει | ξαναλογαριάζουμε | ξαναλογαριάζετε | ξαναλογαριάζουν / ξαναλογαριάζουνε |
| Παρατατικός | ξαναλογάριαζα | ξαναλογάριαζες | ξαναλογάριαζε | ξαναλογαριάζαμε | ξαναλογαριάζατε | ξαναλογάριαζαν / ξαναλογαριάζαν / ξαναλογαριάζανε |
| Αόριστος | ξαναλογάριασα | ξαναλογάριασες | ξαναλογάριασε | ξαναλογαριάσαμε | ξαναλογαριάσατε | ξαναλογάριασαν / ξαναλογαριάσαν / ξαναλογαριάσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναλογαριάζω / θα ξαναλογαριάσω | θα ξαναλογαριάζεις / θα ξαναλογαριάσεις | θα ξαναλογαριάζει / θα ξαναλογαριάσει | θα ξαναλογαριάζουμε / θα ξαναλογαριάσουμε | θα ξαναλογαριάζετε / θα ξαναλογαριάσετε | θα ξαναλογαριάζουν / θα ξαναλογαριάζουνε / θα ξαναλογαριάσουν / θα ξαναλογαριάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναλογαριάσει | έχεις ξαναλογαριάσει | έχει ξαναλογαριάσει | έχουμε ξαναλογαριάσει | έχετε ξαναλογαριάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναλογαριάσει | είχες ξαναλογαριάσει | είχε ξαναλογαριάσει | είχαμε ξαναλογαριάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζω / να ξαναλογαριάσω | να έχεις ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζεις / να ξαναλογαριάσεις | να έχει ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζει / να ξαναλογαριάσει | να έχουμε ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζουμε / να ξαναλογαριάσουμε | να έχετε ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζετε / να ξαναλογαριάσετε | να ξαναλογαριάζουν / να ξαναλογαριάζουνε / να ξαναλογαριάσουν / να ξαναλογαριάσουνε |
| Προστακτική | — | ξαναλογάριαζε / ξαναλογάριασε | — | — | ξαναλογαριάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξαναλογαριάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →