Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαναλογαριάζω

ρήμα
•
  1. επαναλαμβάνω τους λογαριασμούς Βικιλεξικό
  2. αναλογίζομαι, ξανασκέφτομαι κάτι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξαναλογαριάζω < ξανά + λογαριάζω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξαναλογαριάζωξαναλογαριάζειςξαναλογαριάζειξαναλογαριάζουμεξαναλογαριάζετεξαναλογαριάζουν / ξαναλογαριάζουνε
Παρατατικόςξαναλογάριαζαξαναλογάριαζεςξαναλογάριαζεξαναλογαριάζαμεξαναλογαριάζατεξαναλογάριαζαν / ξαναλογαριάζαν / ξαναλογαριάζανε
Αόριστοςξαναλογάριασαξαναλογάριασεςξαναλογάριασεξαναλογαριάσαμεξαναλογαριάσατεξαναλογάριασαν / ξαναλογαριάσαν / ξαναλογαριάσανε
Μέλλονταςθα ξαναλογαριάζω / θα ξαναλογαριάσωθα ξαναλογαριάζεις / θα ξαναλογαριάσειςθα ξαναλογαριάζει / θα ξαναλογαριάσειθα ξαναλογαριάζουμε / θα ξαναλογαριάσουμεθα ξαναλογαριάζετε / θα ξαναλογαριάσετεθα ξαναλογαριάζουν / θα ξαναλογαριάζουνε / θα ξαναλογαριάσουν / θα ξαναλογαριάσουνε
Παρακείμενοςέχω ξαναλογαριάσειέχεις ξαναλογαριάσειέχει ξαναλογαριάσειέχουμε ξαναλογαριάσειέχετε ξαναλογαριάσει—
Υπερσυντέλικοςείχα ξαναλογαριάσειείχες ξαναλογαριάσειείχε ξαναλογαριάσειείχαμε ξαναλογαριάσει——
Υποτακτικήνα έχω ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζω / να ξαναλογαριάσωνα έχεις ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζεις / να ξαναλογαριάσειςνα έχει ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζει / να ξαναλογαριάσεινα έχουμε ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζουμε / να ξαναλογαριάσουμενα έχετε ξαναλογαριάσει / να ξαναλογαριάζετε / να ξαναλογαριάσετενα ξαναλογαριάζουν / να ξαναλογαριάζουνε / να ξαναλογαριάσουν / να ξαναλογαριάσουνε
Προστακτική—ξαναλογάριαζε / ξαναλογάριασε——ξαναλογαριάζετε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξαναλογαριάστε

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →