ξαναμπαίνω
•
- για αντικείμεναστο τρίτο πρόσωπο, μπαίνει ξανά στη θέση του Βικιλεξικό
- Αμάν! Γιατί το έβγαλες από τη θέση του; Τώρα δεν ξαναμπαίνει με τίποτα
- επανέρχομαι σε ένα χώρο Βικιλεξικό
- Μα τώρα δεν έφυγες; Μπαίνεις, βγαίνεις, ξαναμπαίνεις, ξενοδοχείο το έκανες εδώ μέσα
- Ξαναμπές στο αμάξι αφού άρχισε να βρέχει. Ας περιμένουμε λίγο να περάσει η μπόρα
Ετυμολογία
ξαναμπαίνω < ξανά και μπαίνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναμπαίνω | ξαναμπαίνεις | ξαναμπαίνει | ξαναμπαίνουμε | ξαναμπαίνετε | ξαναμπαίνουν / ξαναμπαίνουνε |
| Παρατατικός | ξαναέμπαινα | ξαναέμπαινες | ξαναέμπαινε | ξαναμπαίναμε | ξαναμπαίνατε | ξαναέμπαιναν / ξαναμπαίναν / ξαναμπαίνανε |
| Αόριστος | ξαναμπήκα | ξαναμπήκες | ξαναμπήκε | ξαναμπήκαμε | ξαναμπήκατε | ξαναμπήκαν / ξαναμπήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναμπαίνω / θα ξαναμπώ | θα ξαναμπαίνεις / θα ξαναμπείς | θα ξαναμπαίνει / θα ξαναμπεί | θα ξαναμπαίνουμε / θα ξαναμπούμε | θα ξαναμπαίνετε / θα ξαναμπείτε | θα ξαναμπαίνουν / θα ξαναμπαίνουνε / θα ξαναμπούν / θα ξαναμπούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναμπεί | έχεις ξαναμπεί | έχει ξαναμπεί | έχουμε ξαναμπεί | έχετε ξαναμπεί | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναμπεί | είχες ξαναμπεί | είχε ξαναμπεί | είχαμε ξαναμπεί | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναμπεί / να ξαναμπαίνω / να ξαναμπώ | να έχεις ξαναμπεί / να ξαναμπαίνεις / να ξαναμπείς | να έχει ξαναμπεί / να ξαναμπαίνει / να ξαναμπεί | να έχουμε ξαναμπεί / να ξαναμπαίνουμε / να ξαναμπούμε | να έχετε ξαναμπεί / να ξαναμπαίνετε / να ξαναμπείτε | να ξαναμπαίνουν / να ξαναμπαίνουνε / να ξαναμπούν / να ξαναμπούνε |
| Προστακτική | — | ξαναμπές / ξαναμπαίνε | — | — | ξαναμπαίνετε / ξαναμπείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →