ξαναμωραμένος
•
- μειωτικόο ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας Βικιλεξικό
- μειωτικόο ηλικιωμένος ή μεσήλικας που ενεργεί με τρόπο τον οποίο οι άλλοι θεωρούν ανάρμοστο για την ηλικία του Βικιλεξικό
- Α, τον ξεμωραμένο! Στο τέλος θα γράψει και το σπίτι του στην πιτσιρίκα που του τα μασάει
Ετυμολογία
ξαναμωραμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξαναμωραίνομαι
Άλλοι τύποι
ξαναμωραμέναξαναμωραμένεξαναμωραμένεςξαναμωραμένηξαναμωραμένηςξαναμωραμένοξαναμωραμένοιξαναμωραμένοςξαναμωραμένουξαναμωραμένουςξαναμωραμένωνξεμωραμένος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →