Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαναμωραμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. μειωτικόο ηλικιωμένος που παρουσιάζει συμπτώματα άνοιας Βικιλεξικό
  2. μειωτικόο ηλικιωμένος ή μεσήλικας που ενεργεί με τρόπο τον οποίο οι άλλοι θεωρούν ανάρμοστο για την ηλικία του Βικιλεξικό
    • Α, τον ξεμωραμένο! Στο τέλος θα γράψει και το σπίτι του στην πιτσιρίκα που του τα μασάει

Ετυμολογία

ξαναμωραμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξαναμωραίνομαι

Άλλοι τύποι

ξαναμωραμέναξαναμωραμένεξαναμωραμένεςξαναμωραμένηξαναμωραμένηςξαναμωραμένοξαναμωραμένοιξαναμωραμένοςξαναμωραμένουξαναμωραμένουςξαναμωραμένωνξεμωραμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →