ξανανάβω
•
- ανάβω ξανά φωτιά, αναζωπυρώνω (και παθητικό) Βικιλεξικό
- Ξανάναψε το καντήλι, δεν πρέπει να μένει σβηστό
- Τα φώτα ξανάναψαν, φαίνεται τελείωσε η διακοπή της ΔΕΗ
- μεταφορικάανάβει ξανά μια εσωτερική φλόγα Βικιλεξικό
- Μόλις πήγα να καλμάρω είπε ότι εγώ έφταιγα για όλα και ξανάναψα
- Ενώ ηρεμήσαμε και φεύγαμε, ο Τάκης πέταξε πάλι μια κοτσάνα και ξανάναψαν τα αίματα
Ετυμολογία
ξανανάβω < ξανά και ανάβω < ίσως από αρχαία ελληνική ἐξανάπτω (ανάβω και ανάβω ξανά αλλά αρχικά αναρτώ)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανανάβω | ξανανάβεις | ξανανάβει | ξανανάβουμε | ξανανάβετε | ξανανάβουν / ξανανάβουνε |
| Παρατατικός | ξανάναβα | ξανάναβες | ξανάναβε | ξανανάβαμε | ξανανάβατε | ξανάναβαν / ξανανάβαν / ξανανάβανε |
| Αόριστος | ξανάναψα | ξανάναψες | ξανάναψε | ξανανάψαμε | ξανανάψατε | ξανάναψαν / ξανανάψαν / ξανανάψανε |
| Μέλλοντας | θα ξανανάβω / θα ξανανάψω | θα ξανανάβεις / θα ξανανάψεις | θα ξανανάβει / θα ξανανάψει | θα ξανανάβουμε / θα ξανανάψουμε | θα ξανανάβετε / θα ξανανάψετε | θα ξανανάβουν / θα ξανανάβουνε / θα ξανανάψουν / θα ξανανάψουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανανάψει | έχεις ξανανάψει | έχει ξανανάψει | έχουμε ξανανάψει | έχετε ξανανάψει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανανάψει | είχες ξανανάψει | είχε ξανανάψει | είχαμε ξανανάψει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανανάψει / να ξανανάβω / να ξανανάψω | να έχεις ξανανάψει / να ξανανάβεις / να ξανανάψεις | να έχει ξανανάψει / να ξανανάβει / να ξανανάψει | να έχουμε ξανανάψει / να ξανανάβουμε / να ξανανάψουμε | να έχετε ξανανάψει / να ξανανάβετε / να ξανανάψετε | να ξανανάβουν / να ξανανάβουνε / να ξανανάψουν / να ξανανάψουνε |
| Προστακτική | — | ξανάναβε / ξανάναψε | — | — | ξανανάβετε / ξανανάψτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →