Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανανιωμένος

ρήμα, αρσενικό
•
  1. που μοιάζει ξανά νέος, ανανεωμένος, φρέσκος, αναγεννημένος Βικιλεξικό
    • Εκεί είναι το φαρμάκι που μας θανατώνει κάθε ελπίδα... μας κατεβάζει στα βάθια της φτώχειας, της πείνας, της κακοπέρασης, της σφαγής και της φωτιάς, ώσπου να μαζευτή η στάχτη που χρειάζεται για να φυτρώση ξανανιωμένος, περήφανος, και λαμπροστόλιστος Φοίνικας. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες Γεροδήμου, 1897)

Ετυμολογία

ξανανιωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξανανιώνω

Άλλοι τύποι

ξανανιωμέναξανανιωμένεξανανιωμένεςξανανιωμένηξανανιωμένηςξανανιωμένοξανανιωμένοιξανανιωμένοςξανανιωμένουξανανιωμένουςξανανιωμένων

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →