ξαναπληρώνω
•
- πληρώνω ξανά για δεύτερη ή πολλοστή φορά κάτι που έχω ήδη πληρώσει Βικιλεξικό
- Αναγκάστηκα να ξαναπληρώσω τη ΔΕΗ και μου είπαν ότι θα έχω επιστροφή, ενώ ήταν δικό τους λάθος
- Πληρώνω και ξαναπληρώνω το χαράτσι, βαρέθηκα πια -δεν έμενα στο νοίκι καλύτερα...
Ετυμολογία
ξαναπληρώνω < ξανά και πληρώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναπληρώνω | ξαναπληρώνεις | ξαναπληρώνει | ξαναπληρώνουμε | ξαναπληρώνετε | ξαναπληρώνουν / ξαναπληρώνουνε |
| Παρατατικός | ξαναπλήρωνα | ξαναπλήρωνες | ξαναπλήρωνε | ξαναπληρώναμε | ξαναπληρώνατε | ξαναπλήρωναν / ξαναπληρώναν / ξαναπληρώνανε |
| Αόριστος | ξαναπλήρωσα | ξαναπλήρωσες | ξαναπλήρωσε | ξαναπληρώσαμε | ξαναπληρώσατε | ξαναπλήρωσαν / ξαναπληρώσαν / ξαναπληρώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναπληρώνω / θα ξαναπληρώσω | θα ξαναπληρώνεις / θα ξαναπληρώσεις | θα ξαναπληρώνει / θα ξαναπληρώσει | θα ξαναπληρώνουμε / θα ξαναπληρώσουμε | θα ξαναπληρώνετε / θα ξαναπληρώσετε | θα ξαναπληρώνουν / θα ξαναπληρώνουνε / θα ξαναπληρώσουν / θα ξαναπληρώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναπληρώσει | έχεις ξαναπληρώσει | έχει ξαναπληρώσει | έχουμε ξαναπληρώσει | έχετε ξαναπληρώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναπληρώσει | είχες ξαναπληρώσει | είχε ξαναπληρώσει | είχαμε ξαναπληρώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναπληρώσει / να ξαναπληρώνω / να ξαναπληρώσω | να έχεις ξαναπληρώσει / να ξαναπληρώνεις / να ξαναπληρώσεις | να έχει ξαναπληρώσει / να ξαναπληρώνει / να ξαναπληρώσει | να έχουμε ξαναπληρώσει / να ξαναπληρώνουμε / να ξαναπληρώσουμε | να έχετε ξαναπληρώσει / να ξαναπληρώνετε / να ξαναπληρώσετε | να ξαναπληρώνουν / να ξαναπληρώνουνε / να ξαναπληρώσουν / να ξαναπληρώσουνε |
| Προστακτική | — | ξαναπλήρωνε / ξαναπλήρωσε | — | — | ξαναπληρώνετε / ξαναπληρώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →