ξαναρχίζω
•
- αρχίζω από την αρχή Βικιλεξικό
- δεν καταλαβαίνω τι μου λες, μπορείς να ξαναρχίσεις;
- συνεχίζω μετά από διακοπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναρχίζω < ξανά + αρχίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναρχίζω | ξαναρχίζεις | ξαναρχίζει | ξαναρχίζουμε | ξαναρχίζετε | ξαναρχίζουν / ξαναρχίζουνε |
| Παρατατικός | ξανάρχιζα | ξανάρχιζες | ξανάρχιζε | ξαναρχίζαμε | ξαναρχίζατε | ξανάρχιζαν / ξαναρχίζαν / ξαναρχίζανε |
| Αόριστος | ξανάρχισα | ξανάρχισες | ξανάρχισε | ξαναρχίσαμε | ξαναρχίσατε | ξανάρχισαν / ξαναρχίσαν / ξαναρχίσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαναρχίζω / θα ξαναρχίσω | θα ξαναρχίζεις / θα ξαναρχίσεις | θα ξαναρχίζει / θα ξαναρχίσει | θα ξαναρχίζουμε / θα ξαναρχίσουμε | θα ξαναρχίζετε / θα ξαναρχίσετε | θα ξαναρχίζουν / θα ξαναρχίζουνε / θα ξαναρχίσουν / θα ξαναρχίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναρχίσει | έχεις ξαναρχίσει | έχει ξαναρχίσει | έχουμε ξαναρχίσει | έχετε ξαναρχίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναρχίσει | είχες ξαναρχίσει | είχε ξαναρχίσει | είχαμε ξαναρχίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναρχίσει / να ξαναρχίζω / να ξαναρχίσω | να έχεις ξαναρχίσει / να ξαναρχίζεις / να ξαναρχίσεις | να έχει ξαναρχίσει / να ξαναρχίζει / να ξαναρχίσει | να έχουμε ξαναρχίσει / να ξαναρχίζουμε / να ξαναρχίσουμε | να έχετε ξαναρχίσει / να ξαναρχίζετε / να ξαναρχίσετε | να ξαναρχίζουν / να ξαναρχίζουνε / να ξαναρχίσουν / να ξαναρχίσουνε |
| Προστακτική | — | ξανάρχιζε / ξανάρχισε | — | — | ξαναρχίζετε / ξαναρχίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →