ξανασκέφτομαι
•
- σκέφτομαι ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανασκέφτομαι < ξανα- + σκέφτομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανασκέφτομαι | ξανασκέφτεσαι | ξανασκέφτεται | ξανασκεφτόμαστε | ξανασκέφτεστε | ξανασκέφτονται |
| Παρατατικός | ξανασκεφτόμουν / ξανασκεφτόμουνα | ξανασκεφτόσουν / ξανασκεφτόσουνα | ξανασκεφτόταν / ξανασκεφτότανε | ξανασκεφτόμασταν / ξανασκεφτόμαστε | ξανασκεφτόσασταν / ξανασκεφτόσαστε | ξανασκέφτονταν / ξανασκεφτόντουσαν |
| Αόριστος | ξανασκέφτηκα | ξανασκέφτηκες | ξανασκέφτηκε | ξανασκεφτήκαμε | ξανασκεφτήκατε | ξανασκέφτηκαν / ξανασκεφτήκαν / ξανασκεφτήκανε |
| Μέλλοντας | θα ξανασκέφτομαι / θα ξανασκεφτώ | θα ξανασκέφτεσαι / θα ξανασκεφτείς | θα ξανασκέφτεται / θα ξανασκεφτεί | θα ξανασκεφτούμε / θα ξανασκεφτόμαστε | θα ξανασκέφτεστε / θα ξανασκεφτείτε | θα ξανασκέφτονται / θα ξανασκεφτούν / θα ξανασκεφτούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανασκεφτεί | έχεις ξανασκεφτεί | έχει ξανασκεφτεί | έχουμε ξανασκεφτεί | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανασκεφτεί | είχες ξανασκεφτεί | είχε ξανασκεφτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανασκεφτεί / να ξανασκέφτομαι / να ξανασκεφτώ | να έχεις ξανασκεφτεί / να ξανασκέφτεσαι / να ξανασκεφτείς | να έχει ξανασκεφτεί / να ξανασκέφτεται / να ξανασκεφτεί | να έχουμε ξανασκεφτεί / να ξανασκεφτούμε / να ξανασκεφτόμαστε | να ξανασκέφτεστε / να ξανασκεφτείτε | να ξανασκέφτονται / να ξανασκεφτούν / να ξανασκεφτούνε |
| Προστακτική | — | ξανασκέψου | — | — | ξανασκέφτεστε / ξανασκεφτείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →