ξανασολιάζω
•
- σολιάζω ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανασολιάζω < ξανα- + σολιάζω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανασολιάζω | ξανασολιάζεις | ξανασολιάζει | ξανασολιάζουμε | ξανασολιάζετε | ξανασολιάζουν / ξανασολιάζουνε |
| Παρατατικός | ξανασόλιαζα | ξανασόλιαζες | ξανασόλιαζε | ξανασολιάζαμε | ξανασολιάζατε | ξανασολιάζαν / ξανασολιάζανε / ξανασόλιαζαν |
| Αόριστος | ξανασόλιασα | ξανασόλιασες | ξανασόλιασε | ξανασολιάσαμε | ξανασολιάσατε | ξανασολιάσαν / ξανασολιάσανε / ξανασόλιασαν |
| Μέλλοντας | θα ξανασολιάζω / θα ξανασολιάσω | θα ξανασολιάζεις / θα ξανασολιάσεις | θα ξανασολιάζει / θα ξανασολιάσει | θα ξανασολιάζουμε / θα ξανασολιάσουμε | θα ξανασολιάζετε / θα ξανασολιάσετε | θα ξανασολιάζουν / θα ξανασολιάζουνε / θα ξανασολιάσουν / θα ξανασολιάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανασολιάσει | έχεις ξανασολιάσει | έχει ξανασολιάσει | έχουμε ξανασολιάσει | έχετε ξανασολιάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανασολιάσει | είχες ξανασολιάσει | είχε ξανασολιάσει | είχαμε ξανασολιάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανασολιάσει / να ξανασολιάζω / να ξανασολιάσω | να έχεις ξανασολιάσει / να ξανασολιάζεις / να ξανασολιάσεις | να έχει ξανασολιάσει / να ξανασολιάζει / να ξανασολιάσει | να έχουμε ξανασολιάσει / να ξανασολιάζουμε / να ξανασολιάσουμε | να έχετε ξανασολιάσει / να ξανασολιάζετε / να ξανασολιάσετε | να ξανασολιάζουν / να ξανασολιάζουνε / να ξανασολιάσουν / να ξανασολιάσουνε |
| Προστακτική | — | ξανασόλιαζε / ξανασόλιασε | — | — | ξανασολιάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξανασολιάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →