ξανασπρώχνομαι
•
- σπρώχνομαι ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανασπρώχνομαι < ξανα- + σπρώχνομαι
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανασπρώχνομαι | ξανασπρώχνεσαι | ξανασπρώχνεται | ξανασπρωχνόμαστε | ξανασπρώχνεστε | ξανασπρώχνονται |
| Παρατατικός | ξανασπρωχνόμουν / ξανασπρωχνόμουνα | ξανασπρωχνόσουν / ξανασπρωχνόσουνα | ξανασπρωχνόταν / ξανασπρωχνότανε | ξανασπρωχνόμασταν / ξανασπρωχνόμαστε | ξανασπρωχνόσασταν / ξανασπρωχνόσαστε | ξανασπρωχνόντουσαν / ξανασπρώχνονταν |
| Αόριστος | ξανασπρώχτηκα | ξανασπρώχτηκες | ξανασπρώχτηκε | ξανασπρωχτήκαμε | ξανασπρωχτήκατε | ξανασπρωχτήκαν / ξανασπρωχτήκανε / ξανασπρώχτηκαν |
| Μέλλοντας | θα ξανασπρωχτώ / θα ξανασπρώχνομαι | θα ξανασπρωχτείς / θα ξανασπρώχνεσαι | θα ξανασπρωχτεί / θα ξανασπρώχνεται | θα ξανασπρωχνόμαστε / θα ξανασπρωχτούμε | θα ξανασπρωχτείτε / θα ξανασπρώχνεστε | θα ξανασπρωχτούν / θα ξανασπρωχτούνε / θα ξανασπρώχνονται |
| Παρακείμενος | έχω ξανασπρωχτεί | έχεις ξανασπρωχτεί | έχει ξανασπρωχτεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανασπρωχτεί | είχες ξανασπρωχτεί | είχε ξανασπρωχτεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανασπρωχτεί / να ξανασπρωχτώ / να ξανασπρώχνομαι | να έχεις ξανασπρωχτεί / να ξανασπρωχτείς / να ξανασπρώχνεσαι | να έχει ξανασπρωχτεί / να ξανασπρωχτεί / να ξανασπρώχνεται | να ξανασπρωχνόμαστε / να ξανασπρωχτούμε | να ξανασπρωχτείτε / να ξανασπρώχνεστε | να ξανασπρωχτούν / να ξανασπρωχτούνε / να ξανασπρώχνονται |
| Προστακτική | — | ξανασπρώξου / ξανασπρώχνου | — | — | ξανασπρωχτείτε / ξανασπρώχνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →