ξαναστήνω
•
- βάζω πάλι κάτι όρθιο στη θέση του (π.χ. κάτι που είχε πέσει), ανορθώνω, αναστήνω Βικιλεξικό
- Αμάν, πια σαν σίφουνας είσαι! Ξαναστήσ το τώρα το τραπέζι αφού το έριξες
- στήνω ξανά, ανασυστήνω κάτι που είχε διαλυθεί, αναστήνω (όχι όμως την έννοια του ανασταίνω και αναθρέφω), ανανεώνω Βικιλεξικό
- Θα ξαναστήσουν την εταιρεία τους
- Θα ξαναστήσουν την επιχείρησή τους
Ετυμολογία
ξαναστήνω < ξανά + στήνω
Άλλοι τύποι
ξαναστέκωξαναστήνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →