ξανασυναντώ
•
- κυριολεκτικάσυναντώ πάλι πρόσωπο, ζώο, ομάδα ή πράγμα που είχα συναντήσει στο παρελθόν Βικιλεξικό
- μεταφορικάβρίσκομαι ξανά αντιμέτωπος με κατάσταση, δυσκολία, πρόβλημα ή άλλη περίσταση που έχει ήδη παρουσιαστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανασυναντώ < ξανα- + συναντώ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανασυναντάω / ξανασυναντώ | ξανασυναντάς | ξανασυναντά / ξανασυναντάει | ξανασυναντάμε / ξανασυναντούμε | ξανασυναντάτε | ξανασυναντάν / ξανασυναντάνε / ξανασυναντούν / ξανασυναντούνε |
| Παρατατικός | ξανασυναντούσα | ξανασυναντούσες | ξανασυναντούσε | ξανασυναντούσαμε | ξανασυναντούσατε | ξανασυναντούσαν / ξανασυναντούσανε |
| Αόριστος | ξανασυνάντησα | ξανασυνάντησες | ξανασυνάντησε | ξανασυναντήσαμε | ξανασυναντήσατε | ξανασυνάντησαν / ξανασυναντήσαν / ξανασυναντήσανε |
| Μέλλοντας | θα ξανασυναντάω / θα ξανασυναντήσω / θα ξανασυναντώ | θα ξανασυναντάς / θα ξανασυναντήσεις | θα ξανασυναντά / θα ξανασυναντάει / θα ξανασυναντήσει | θα ξανασυναντάμε / θα ξανασυναντήσουμε / θα ξανασυναντούμε | θα ξανασυναντάτε / θα ξανασυναντήσετε | θα ξανασυναντάν / θα ξανασυναντάνε / θα ξανασυναντήσουν / θα ξανασυναντήσουνε / θα ξανασυναντούν / θα ξανασυναντούνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανασυναντήσει | έχεις ξανασυναντήσει | — | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανασυναντήσει | — | — | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανασυναντήσει / να ξανασυναντάω / να ξανασυναντήσω / να ξανασυναντώ | να έχεις ξανασυναντήσει / να ξανασυναντάς / να ξανασυναντήσεις | να ξανασυναντά / να ξανασυναντάει / να ξανασυναντήσει | να ξανασυναντάμε / να ξανασυναντήσουμε / να ξανασυναντούμε | να ξανασυναντάτε / να ξανασυναντήσετε | να ξανασυναντάν / να ξανασυναντάνε / να ξανασυναντήσουν / να ξανασυναντήσουνε / να ξανασυναντούν / να ξανασυναντούνε |
| Προστακτική | — | ξανασυνάντα / ξανασυνάνταγε / ξανασυνάντησε | — | — | ξανασυναντάτε / ξανασυναντήστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →