ξανατοποθετούμαι
•
- για αντικείμενατοποθετούμαι εκ νέου σε μια θέση, ξαναμπαίνω στη θέση μου Βικιλεξικό
- αλλάζω τοποθέτηση σε ένα ζήτημα πάνω στο οποίο είχα προηγουμέως εκφέρει τη γνώμη μου, είχα τοποθετηθεί, όμως θέλω είτε να διευκρινίσω κάτι είτε και να αλλάξω θέση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανατοποθετούμαι < ξανατοποθετώ < ξανά + τοποθετώ
Άλλοι τύποι
ξανατοποθετώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →