Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανατοποθετούμαι

ρήμα
•
  1. για αντικείμενατοποθετούμαι εκ νέου σε μια θέση, ξαναμπαίνω στη θέση μου Βικιλεξικό
  2. αλλάζω τοποθέτηση σε ένα ζήτημα πάνω στο οποίο είχα προηγουμέως εκφέρει τη γνώμη μου, είχα τοποθετηθεί, όμως θέλω είτε να διευκρινίσω κάτι είτε και να αλλάξω θέση Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξανατοποθετούμαι < ξανατοποθετώ < ξανά + τοποθετώ

Άλλοι τύποι

ξανατοποθετώ

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →