ξανατρέχω
•
- τρέχω και πάλι Βικιλεξικό
- μετά το ατύχημά του, όλος ο κόσμος νόμιζε ότι δεν θα ξανάτρεχε πια
- πληροφορικήβάζω και πάλι ένα πρόγραμμα σε λειτουργία Βικιλεξικό
- διόρθωσα το πρόγραμμά μου και το ξανάτρεξα
Ετυμολογία
ξανατρέχω < ξανά + τρέχω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →