Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαναφορμάρω

ρήμα
•
  1. ξαναδίνω την επιθυμητή φόρμα ή μορφή είτε με καλούπι (π.χ. στα γλυκά) είτε με χτένα (στα μαλλιά), είτε με ειδικη επεξεργασία (π.χ. στο καπέλο) Βικιλεξικό
  2. επεξεργάζομαι ξανά το δίσκο του υπολογιστή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξαναφορμάρω < ξανά + φορμάρω

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →