ξαναφορμάρω
•
- ξαναδίνω την επιθυμητή φόρμα ή μορφή είτε με καλούπι (π.χ. στα γλυκά) είτε με χτένα (στα μαλλιά), είτε με ειδικη επεξεργασία (π.χ. στο καπέλο) Βικιλεξικό
- επεξεργάζομαι ξανά το δίσκο του υπολογιστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναφορμάρω < ξανά + φορμάρω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →