ξαναφορώ
•
- φοράω κάτι εκ νέου, πάλι, για άλλη μια φορά ή για πολλοστή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναφορώ < ξανά + φορώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ξαναφορώ < ξανά + φορώ
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →