ξαναφουσκώνω
•
- φουσκώνω ξανά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαναφουσκώνω < ξανά + φουσκώνω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαναφουσκώνω | ξαναφουσκώνεις | ξαναφουσκώνει | ξαναφουσκώνουμε | ξαναφουσκώνετε | ξαναφουσκώνουν / ξαναφουσκώνουνε |
| Παρατατικός | ξαναφούσκωνα | ξαναφούσκωνες | ξαναφούσκωνε | ξαναφουσκώναμε | ξαναφουσκώνατε | ξαναφουσκώναν / ξαναφουσκώνανε / ξαναφούσκωναν |
| Αόριστος | ξαναφούσκωσα | ξαναφούσκωσες | ξαναφούσκωσε | ξαναφουσκώσαμε | ξαναφουσκώσατε | ξαναφουσκώσαν / ξαναφουσκώσανε / ξαναφούσκωσαν |
| Μέλλοντας | θα ξαναφουσκώνω / θα ξαναφουσκώσω | θα ξαναφουσκώνεις / θα ξαναφουσκώσεις | θα ξαναφουσκώνει / θα ξαναφουσκώσει | θα ξαναφουσκώνουμε / θα ξαναφουσκώσουμε | θα ξαναφουσκώνετε / θα ξαναφουσκώσετε | θα ξαναφουσκώνουν / θα ξαναφουσκώνουνε / θα ξαναφουσκώσουν / θα ξαναφουσκώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαναφουσκώσει | έχεις ξαναφουσκώσει | έχει ξαναφουσκώσει | έχουμε ξαναφουσκώσει | έχετε ξαναφουσκώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαναφουσκώσει | είχες ξαναφουσκώσει | είχε ξαναφουσκώσει | είχαμε ξαναφουσκώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαναφουσκώσει / να ξαναφουσκώνω / να ξαναφουσκώσω | να έχεις ξαναφουσκώσει / να ξαναφουσκώνεις / να ξαναφουσκώσεις | να έχει ξαναφουσκώσει / να ξαναφουσκώνει / να ξαναφουσκώσει | να έχουμε ξαναφουσκώσει / να ξαναφουσκώνουμε / να ξαναφουσκώσουμε | να έχετε ξαναφουσκώσει / να ξαναφουσκώνετε / να ξαναφουσκώσετε | να ξαναφουσκώνουν / να ξαναφουσκώνουνε / να ξαναφουσκώσουν / να ξαναφουσκώσουνε |
| Προστακτική | — | ξαναφούσκωνε / ξαναφούσκωσε | — | — | ξαναφουσκώνετε / ξαναφουσκώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →