ξανθαίνω
•
- αμετάβατογίνομαι ξανθός Βικιλεξικό
- μεταβατικόδίνω ξανθό χρώμα με βαφή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανθαίνω < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανθαίνω | ξανθαίνεις | ξανθαίνει | ξανθαίνουμε | ξανθαίνετε | ξανθαίνουν / ξανθαίνουνε |
| Παρατατικός | ξάνθαινα | ξάνθαινες | ξάνθαινε | ξανθαίναμε | ξανθαίνατε | ξάνθαιναν / ξανθαίναν / ξανθαίνανε |
| Αόριστος | ξάνθυνα | ξάνθυνες | ξάνθυνε | ξανθύναμε | ξανθύνατε | ξάνθυναν / ξανθύναν / ξανθύνανε |
| Μέλλοντας | θα ξανθαίνω / θα ξανθύνω | θα ξανθαίνεις / θα ξανθύνεις | θα ξανθαίνει / θα ξανθύνει | θα ξανθαίνουμε / θα ξανθύνουμε | θα ξανθαίνετε / θα ξανθύνετε | θα ξανθαίνουν / θα ξανθαίνουνε / θα ξανθύνουν / θα ξανθύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανθύνει | έχεις ξανθύνει | έχει ξανθύνει | έχουμε ξανθύνει | έχετε ξανθύνει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανθύνει | είχες ξανθύνει | είχε ξανθύνει | είχαμε ξανθύνει | είχατε ξανθύνει | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανθύνει / να ξανθαίνω / να ξανθύνω | να έχεις ξανθύνει / να ξανθαίνεις / να ξανθύνεις | να έχει ξανθύνει / να ξανθαίνει / να ξανθύνει | να έχουμε ξανθύνει / να ξανθαίνουμε / να ξανθύνουμε | να έχετε ξανθύνει / να ξανθαίνετε / να ξανθύνετε | να ξανθαίνουν / να ξανθαίνουνε / να ξανθύνουν / να ξανθύνουνε |
| Προστακτική | — | ξάνθαινε / ξάνθυνε | — | — | ξανθαίνετε / ξανθύνετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →