ξανθούλης
•
- σχετικά ξανθός Βικιλεξικό
- χαϊδευτικάο ξανθός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξανθούλης < ξανθ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξανθούλης | ξανθούλα / ξανθούλούλα | ξανθούλικο / ξανθούλούλιο |
| Γενική | ξανθούλη | ξανθούλας | ξανθούλικου |
| Αιτιατική | ξανθούλη | ξανθούλα | ξανθούλικο |
| Κλητική | ξανθούλη | ξανθούλα | ξανθούλικο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ξανθούληδες | ξανθούλες | ξανθούλικα |
| Γενική | ξανθούληδων | — | ξανθούλικων |
| Αιτιατική | ξανθούληδες | ξανθούλες | ξανθούλικα |
| Κλητική | ξανθούληδες | ξανθούλες | ξανθούλικα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →