Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανθούλης

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικά ξανθός Βικιλεξικό
  2. χαϊδευτικάο ξανθός Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξανθούλης < ξανθ(ός) + υποκοριστικό επίθημα -ούλης

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξανθούληςξανθούλα / ξανθούλούλαξανθούλικο / ξανθούλούλιο
Γενικήξανθούληξανθούλαςξανθούλικου
Αιτιατικήξανθούληξανθούλαξανθούλικο
Κλητικήξανθούληξανθούλαξανθούλικο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξανθούληδεςξανθούλεςξανθούλικα
Γενικήξανθούληδων—ξανθούλικων
Αιτιατικήξανθούληδεςξανθούλεςξανθούλικα
Κλητικήξανθούληδεςξανθούλεςξανθούλικα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →