ξανθόψειρα
•
- προφορικόχαρακτηρισμός για άνθρωπο ξανθό, με ανοιχτά χρώματα που τον κάνουν άτονο σα να ήταν ξανθιά ψείρα Βικιλεξικό
- Και αυτός, και η αδερφή του ήταν ξανθόψειρες από μικρά παιδιά. Μέχρι και τα ματοτσίνορα ήταν ξανθά.
Ετυμολογία
ξανθόψειρα < ξανθό- + ψείρα
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξανθόψειρα | ξανθόψειρες |
| Γενική | ξανθόψειρας | — |
| Αιτιατική | ξανθόψειρα | ξανθόψειρες |
| Κλητική | ξανθόψειρα | ξανθόψειρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →