Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανοίγομαι

/ksaˈni.ɣo.me/ρήμα
•
  1. παθητική φωνή του ρήματος ξανοίγω Βικιλεξικό
  2. παθητική φωνή του ρήματος ξανοίγω Βικιλεξικό
  3. παθητική φωνή του ρήματος ξανοίγω Βικιλεξικό
    • Απάνω στο κατάστρωμα του βαποριού, ακουμπισμένοι στο πρυμιό παραπέτο, ο Αντώνης με τον Κωνσταντή αγναντεύουν τη γαλάζια απεραντοσύνη, που ξανοίγεται μπροστά στα μάτια τους. (Τάκης Αδάμος Καφεζυθεστιατόριον «Η Μεγάλη Ελλάς» [διήγημα] στο βιβλίο Για μια άσπρη μέρα: διηγήματα, 1981)
    • το μεγάλο γλέντι άρχισε αφού το πλοίο είχε πλέον ξανοιχτεί στο πέλαγος
    • να κολυμπάς εδώ κοντά και να μην ξανοίγεσαι, γιατί πιο μέσα έχει ρεύματα που δεν φαίνονται

Ετυμολογία

Άλλοι τύποι

ξανοίγωξανοίχτηκαξανοιγμένος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →