Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξανοίγω

/ksaˈni.ɣo/ρήμα
•
  1. μεταβατικό και αμετάβατοανοίγω τελείως, γίνομαι διαυγής Βικιλεξικό
  2. μεταβατικό και αμετάβατοκάνω πιο ανοιχτό, πιο φωτεινό Βικιλεξικό
  3. μεταβατικό και αμετάβατοκαλυτερεύω, καλοσυνεύω, ξαστερώνω Βικιλεξικό
  4. κρητικά και ιδιωματικό των Δωδεκανήσωνδιακρίνω, κοιτάω, παρατηρώ με προσοχή, με περιέργεια ή εξεταστικά Βικιλεξικό
    • χτες όλη νύχτα ξανοίγαμε τ' άστρα στον ουρανό
    • ίντα μ(π)ρε ξανοίγεις;

Ετυμολογία

ξανοίγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξανοίγω / ἀξανοίγω < ἐξανοίγω με αποβολή, σίγηση του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική ἐξανοίγω (ανοίγω ολότελα). Συγχρονικά αναλύεται σε ξ- + ανοίγω.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςξανοίγωξανοίγειςξανοίγειξανοίγουμεξανοίγετεξανοίγουν / ξανοίγουνε
Παρατατικόςξάνοιγαξάνοιγεςξάνοιγεξανοίγαμεξανοίγατεξάνοιγαν / ξανοίγαν / ξανοίγανε
Αόριστοςξάνοιξαξάνοιξεςξάνοιξεξανοίξαμεξανοίξατεξάνοιξαν / ξανοίξαν / ξανοίξανε
Μέλλονταςθα ξανοίγω / θα ξανοίξωθα ξανοίγεις / θα ξανοίξειςθα ξανοίγει / θα ξανοίξειθα ξανοίγουμε / θα ξανοίξουμεθα ξανοίγετε / θα ξανοίξετεθα ξανοίγουν / θα ξανοίγουνε / θα ξανοίξουν / θα ξανοίξουνε
Παρακείμενοςέχω ξανοίξειέχεις ξανοίξειέχει ξανοίξειέχουμε ξανοίξει——
Υπερσυντέλικοςείχα ξανοίξειείχες ξανοίξειείχε ξανοίξει———
Υποτακτικήνα έχω ξανοίξει / να ξανοίγω / να ξανοίξωνα έχεις ξανοίξει / να ξανοίγεις / να ξανοίξειςνα έχει ξανοίξει / να ξανοίγει / να ξανοίξεινα έχουμε ξανοίξει / να ξανοίγουμε / να ξανοίξουμενα ξανοίγετε / να ξανοίξετενα ξανοίγουν / να ξανοίγουνε / να ξανοίξουν / να ξανοίξουνε
Προστακτική—ξάνοιγε / ξάνοιξε——ξανοίγετε / ξανοίξτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

ξανοίχτηκαξανοίγομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →