ξανοίγω
•
- μεταβατικό και αμετάβατοανοίγω τελείως, γίνομαι διαυγής Βικιλεξικό
- μεταβατικό και αμετάβατοκάνω πιο ανοιχτό, πιο φωτεινό Βικιλεξικό
- μεταβατικό και αμετάβατοκαλυτερεύω, καλοσυνεύω, ξαστερώνω Βικιλεξικό
- κρητικά και ιδιωματικό των Δωδεκανήσωνδιακρίνω, κοιτάω, παρατηρώ με προσοχή, με περιέργεια ή εξεταστικά Βικιλεξικό
- χτες όλη νύχτα ξανοίγαμε τ' άστρα στον ουρανό
- ίντα μ(π)ρε ξανοίγεις;
Ετυμολογία
ξανοίγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξανοίγω / ἀξανοίγω < ἐξανοίγω με αποβολή, σίγηση του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική ἐξανοίγω (ανοίγω ολότελα). Συγχρονικά αναλύεται σε ξ- + ανοίγω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξανοίγω | ξανοίγεις | ξανοίγει | ξανοίγουμε | ξανοίγετε | ξανοίγουν / ξανοίγουνε |
| Παρατατικός | ξάνοιγα | ξάνοιγες | ξάνοιγε | ξανοίγαμε | ξανοίγατε | ξάνοιγαν / ξανοίγαν / ξανοίγανε |
| Αόριστος | ξάνοιξα | ξάνοιξες | ξάνοιξε | ξανοίξαμε | ξανοίξατε | ξάνοιξαν / ξανοίξαν / ξανοίξανε |
| Μέλλοντας | θα ξανοίγω / θα ξανοίξω | θα ξανοίγεις / θα ξανοίξεις | θα ξανοίγει / θα ξανοίξει | θα ξανοίγουμε / θα ξανοίξουμε | θα ξανοίγετε / θα ξανοίξετε | θα ξανοίγουν / θα ξανοίγουνε / θα ξανοίξουν / θα ξανοίξουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξανοίξει | έχεις ξανοίξει | έχει ξανοίξει | έχουμε ξανοίξει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξανοίξει | είχες ξανοίξει | είχε ξανοίξει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξανοίξει / να ξανοίγω / να ξανοίξω | να έχεις ξανοίξει / να ξανοίγεις / να ξανοίξεις | να έχει ξανοίξει / να ξανοίγει / να ξανοίξει | να έχουμε ξανοίξει / να ξανοίγουμε / να ξανοίξουμε | να ξανοίγετε / να ξανοίξετε | να ξανοίγουν / να ξανοίγουνε / να ξανοίξουν / να ξανοίξουνε |
| Προστακτική | — | ξάνοιγε / ξάνοιξε | — | — | ξανοίγετε / ξανοίξτε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
ξανοίχτηκαξανοίγομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →