Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαντικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. σχετικός με το λανάρισμα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξαντικός < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξαντικόςξαντικήξαντικό
Γενικήξαντικούξαντικήςξαντικού
Αιτιατικήξαντικόξαντικήξαντικό
Κλητικήξαντικέξαντικήξαντικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξαντικοίξαντικέςξαντικά
Γενικήξαντικώνξαντικώνξαντικών
Αιτιατικήξαντικούςξαντικέςξαντικά
Κλητικήξαντικοίξαντικέςξαντικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →