Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαντός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. παρωχημένοο λαναρισμένος, που έχει υποστεί κατεργασία, ξύσιμο, ώστε να γίνει ίνα (σε χρήση κυρίως το ουδέτερο ως ουσιαστικό) Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ξαντός < ξαίνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξαντόςξαντήξαντό
Γενικήξαντούξαντήςξαντού
Αιτιατικήξαντόξαντήξαντό
Κλητικήξαντέξαντήξαντό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξαντοίξαντέςξαντά
Γενικήξαντώνξαντώνξαντών
Αιτιατικήξαντούςξαντέςξαντά
Κλητικήξαντοίξαντέςξαντά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →