ξαπλωταριά
•
- η ενέργεια του ξαπλώνω Βικιλεξικό
- ο τόπος όπου κάποιος ξαπλώνει Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαπλωταριά < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξαπλωταριά | ξαπλωταριές |
| Γενική | ξαπλωταριάς | ξαπλωταριών |
| Αιτιατική | ξαπλωταριά | ξαπλωταριές |
| Κλητική | ξαπλωταριά | ξαπλωταριές |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →