ξαπλώνω
•
- αμετάβατοτοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση Βικιλεξικό
- Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- αμετάβατοπέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή απλώς να ξεκουραστώ Βικιλεξικό
- θα πάω να ξαπλώσω για λίγο
- μεταβατικότοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι Βικιλεξικό
- Με ξάπλωσαν πάνω σ' ένα τραπέζι με ρόδες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)
- μεταβατικόρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ξαπλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαπλώνω < ἐξαπλώνω < ελληνιστική κοινή ἐξαπλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | ξαπλώνω | ξαπλώνεις | ξαπλώνει | ξαπλώνουμε | ξαπλώνετε | ξαπλώνουν / ξαπλώνουνε |
| Παρατατικός | ξάπλωνα | ξάπλωνες | ξάπλωνε | ξαπλώναμε | ξαπλώνατε | ξάπλωναν / ξαπλώναν / ξαπλώνανε |
| Αόριστος | ξάπλωσα | ξάπλωσες | ξάπλωσε | ξαπλώσαμε | ξαπλώσατε | ξάπλωσαν / ξαπλώσαν / ξαπλώσανε |
| Μέλλοντας | θα ξαπλώνω / θα ξαπλώσω | θα ξαπλώνεις / θα ξαπλώσεις | θα ξαπλώνει / θα ξαπλώσει | θα ξαπλώνουμε / θα ξαπλώσουμε | θα ξαπλώνετε / θα ξαπλώσετε | θα ξαπλώνουν / θα ξαπλώνουνε / θα ξαπλώσουν / θα ξαπλώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω ξαπλώσει | έχεις ξαπλώσει | έχει ξαπλώσει | έχουμε ξαπλώσει | έχετε ξαπλώσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα ξαπλώσει | είχες ξαπλώσει | είχε ξαπλώσει | είχαμε ξαπλώσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω ξαπλώσει / να ξαπλώνω / να ξαπλώσω | να έχεις ξαπλώσει / να ξαπλώνεις / να ξαπλώσεις | να έχει ξαπλώσει / να ξαπλώνει / να ξαπλώσει | να έχουμε ξαπλώσει / να ξαπλώνουμε / να ξαπλώσουμε | να έχετε ξαπλώσει / να ξαπλώνετε / να ξαπλώσετε | να ξαπλώνουν / να ξαπλώνουνε / να ξαπλώσουν / να ξαπλώσουνε |
| Προστακτική | — | ξάπλωνε / ξάπλωσε | — | — | ξαπλώνετε / ξαπλώστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →