ξαπλώστρα
•
- πολυθρόνα στην οποία κάποιος μπορεί να ξαπλώσει Βικιλεξικό
- Για τα παιδιά έλεγε, αλλά κι ελόγου της έτσι κι έμπαινε στο νερό ξεχνούσε να βγει, μα κι όταν έβγαινε την άραζε στην ξαπλώστρα με τις ώρες κι εγώ καθόμουν μέχρι αργά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαβάζοντας (Ελένη Σαραντίτη-Παναγιώτου, Γυναίκα με τριαντάφυλλο, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 36)
Ετυμολογία
ξαπλώστρα < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ξαπλώστρα | ξαπλώστρες |
| Γενική | ξαπλώστρας | — |
| Αιτιατική | ξαπλώστρα | ξαπλώστρες |
| Κλητική | ξαπλώστρα | ξαπλώστρες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →