Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ξαρμάτωτος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. ο αφοπλισμένος, που του έχουν αφαιρεθεί τα όπλα δια της βίας Βικιλεξικό
  2. o άοπλος, που δεν φέρει όπλα τη συγκεκριμένη στιγμή Βικιλεξικό
    • Μα στο τέλος, το σπαθί του έσπασε στο χέρι του, και σαν τον είδαν ξαρμάτωτο, με άγριους αλαλαγμούς έπεσαν απάνω του και ζωντανό τον άρπαξαν. (Πηνελόπη Δέλτα, Για την πατρίδα)

Ετυμολογία

ξαρμάτωτος < ξαρματώνω

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξαρμάτωτοςξαρμάτωτηξαρμάτωτο
Γενικήξαρμάτωτουξαρμάτωτηςξαρμάτωτου
Αιτιατικήξαρμάτωτοξαρμάτωτηξαρμάτωτο
Κλητικήξαρμάτωτεξαρμάτωτηξαρμάτωτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήξαρμάτωτοιξαρμάτωτεςξαρμάτωτα
Γενικήξαρμάτωτωνξαρμάτωτωνξαρμάτωτων
Αιτιατικήξαρμάτωτουςξαρμάτωτεςξαρμάτωτα
Κλητικήξαρμάτωτοιξαρμάτωτεςξαρμάτωτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →